"Αι Αθήναι ως Ανατολική Πόλις" - άρθρο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1896)



Αι Αθήναι ως ανατολική πόλις


Συνέπεσε μίαν εσπέραν, ώρα καθ' ήν ήναπτον τους φανούς, να διέλθω πλησίον του παλαιού Τζαμίου, παρά τας ποινικάς φυλακάς. Εκεί, έξω εις τον πρόδομον άνωθεν της πλατείας μαρμαρίνης κλίμακος, είδον μορφήν γυναικός με μακρούς λευκούς πέπλους, να ίσταται ακίνητος έξωθεν της θύρας επί του προδόμου. Είπα: "Ιδού βγαίνουν ακόμη φαντάσματα!". Και ησθάνθην κρυφήν χαράν. Δεν ηρώτησα αν είχον προορίσει το Τζαμίον ως κατάλυμα δια γυναικόπαιδα, πρόσφυγας ατυχείς, αποδιωγμένους από την ανατολικήν ανεμοζάλην, θύματα του μίσους και του φανατισμού. Όταν απεμακρύνθην μόνον επαρουσιάσθη η εξήγησις, η εικασία αύτη, εις το πνεύμα μου.
   Υπήρχον ανέκαθεν, εκτός του Τζαμίου τούτου δύο άλλα, ίσως μικρότερα. Το εν είχε χρησιμεύσει ως φυλακή, αν καλώς ενθυμούμαι, το άλλο ως στρατιωτικός φούρνος. Εκείνο, περί ου εν αρχή ο λόγος, εχρησίμευεν ως στρατών των ανδρών της μουσικής. Τον χορόν των ορχουμένων δερβισών, διεδέχθη χορός μουσικών Ελλήνων.
   Όταν ετύχαινε να περάσης κάπου εκεί σιμά, κατ' εκείνους τους χρόνους, ήκουες τον ευάρεστον και παράξενον ήχον των χορδιζομένων οργάνων και των συλλαβιζομένων ή παραλληλιζομένων μελωδιών. Και διετίθεσο τότε ευθύμως και ενόεις τι θα πη να είναι τις δερβίσης.
   Γύρω-γύρω, υπήρχον και υπάρχουν ακόμη δωδεκάδες μαγειρεία και πατσατζίδικα και εικοσάδες ταβέρνες. Εκεί ήτο η Παλαιά Αγορά. Εκεί ήσαν υπόγεια με δεκαπέντε και είκοσι σκαλοπάτια κάτω, όπου ήτο κόπος ν' αναβή τις πλέον, άμα άπαξ κατέβαινεν. Εκεί επωλείτο ευθυμία. Με είκοσι ή τριάντα λεπτά ηγόραζέ τις μεγάλην δόσιν, μέγα ποσόν ευθυμίας. Με εξήντα λεπτά ηγόραζον ολόκληρον την ευθυμίαν.  
   Όλα αυτά ήσαν πολύ γείτονα με το Τζαμίον, ζώσαν ανάμνησιν της παλαιάς πόλεως, και στρατώνα των ανδρών τηε μουσικής. Από όλους τους καλλιτέχνας, τους μουσικούς αγαπώ περισσότερον. Είναι πολύ καλά παιδιά, καθώς λέγουν οι Γάλλοι. Τώρα δεν ηξεύρω πλέον εις τι χρησιμεύει το Τζαμίον. Ποτέ δεν ζητώ πληροφορίας. Άλλως, οι άνθρωποι εις τας Αθήνας είναι τώρα τόσον πολυάσχολοι, ώστε δια να ερωτήσης κανένα τίποτε, πρέπει να του πληρώσεις τα χασομέρια του.
   Όλα ταύτα ίχνη της Τουρκοκρατίας. Ήκουσα, ότι οι Τούρκοι των Αθηνών ήσαν πολύ καλοί και φρόνιμοι άνθρωποι. Ωμίλουν ελληνιστί. Επονούσαν τον τόπον. Όσοι επέζησαν μετά την Ανεξαρτησίαν, και ηναγκάσθησαν από τας προλήψεις της φυλής των να φύγουν, έχυσαν πύρινα δάκρυα. Επώλησαν πλείστα κτήματα αντί εκατοντάδων τινών γροσίων. Άλλοι τα άφησαν έρημα δια να τα καταλάβουν οι ημέτεροι Αθηναίοι.
   Εκ των προμάχων της Ακροπόλεως ολίγοι εζήτησαν ή έλαβον μισθούς και βαθμούς. Επροτίμησαν ως πρακτικοί άνθρωποι, προβλέποντες την υπερτίμησιν των γαιών, ν' αποκτήσουν περιουσίας. Τον καιρόν εκείνον, εις τας πολιτικάς δίκας, το Άλφα και το Ωμέγα της διαδικασίας ήτο η δια μαρτύρων απόδειξις. Όσοι των Αθηναίων ήσαν νηφάλιοι, και τοιούτοι ήσαν πλείστοι, έσπευδον να επωφεληθώσιν. Οι λοιποί ελάμβανον έν ή περισσότερα σβάντσικα και ηγόραζον την ευθυμίαν εις τα υπόγεια της Αγοράς και της Πλάκας. Κατά τον τρόπον τούτον εσχηματίσθησαν πολλαί περιουσίαι, και πλείστοι απέθανον επί της ψάθης.
   Εκεί όπισθεν είναι τα Τσαρουχάδικα, ο στενός μικρός δρομίσκος, με τα μαγαζάκια ένθεν και ένθεν, όπου μυρίζει τελατίνι, και βλέπει τας λευκάς ποδιάς και μπόλιες, και ακούει κε του ίστε και μαράζ μως βερ. Κάτω, προς δυσμάς, είναι τα Γύφτικα. 
   Ελέχθη προ καιρού, ότι είχαν αποφασίσει να μετατοπίσουν όλον το ισνάφιον τούτο εις τα Πετράλωνα ή δεν ηξεύρω πού. Τώρα δεν έμαθα αν το σχέδιον εγκατελείφθη. Ποτέ δεν μανθάνω τι εγκαίρως. Θα ήτο λυπηρόν να έλειπεν από κει όλος ο ευάρεστος εκείνος θόρυβος της ζωής και της εργασίας, όπου στομώνει τα ώτα και δυναμώνει τα νεύρα. Δις ή τρις της εβδομάδος μ' αρέσει να περνώ απ' εκεί. Άλλως έχει το πράγμα δια τους παροίκους, τους τυχόν ασθενείς. Είναι αληθές, ότι συνηθίζει τις με τον καιρόν, αρκεί να μην είναι άρρωστος.
   Πέραν της συνοικίας του Αγίου Φιλίππου είναι η Παναγία η Βλασαρού, οι Άγιοι Απόστολοι, και ανατολικώτερον, άνωθεν της Πύλης της Αγοράς, το Ριζόκαστρο. Η συνοικία αύτη μου είναι γνωστή και προσφιλής. Ενθυμούμαι μια παλαιάν οικίαν, με μεγάλην αυλήν, με έξοχον μεγαλοπρεπή θέαν προς τον Ελαιώνα, την Πεντέλην και την Πάρνηθα.
   Εκεί ήκουα, τον καιρόν εκείνον, τακτικά πάσαν νύκτα, κιθάραν και άσμα και μανδολίνον. Η πατινάδα ήρχετο κάθε βράδυ, περί την ώραν του μεσονυκτίου, και έστεκε μισήν ώραν έξω της αυλής, σιμά εις την βρύσιν, κάτωθεν του παραθύρου με το σιδηρούν παραθυράκι, αι γάστραι με τα βασιλικά, με τους μενεξέδες, και με πολλών λογιών φραγκολούλουδα, των οποίων δεν ηξεύρω τα ονόματα, εφαίνοντο, ότι εσείοντο ίσως από την νυκτερινήν αύραν, οπού έπνεεν εις το ύψωμα εκείνο.
   Δεν ήσαν αι γάστραι οπού εσείοντο, ήσαν δύο ωραίαι ξανθαί, κασταναί κεφαλαί, με αναδεδεμένας τας κόμας, με ηδυπαθείς πακερούς οφθαλμούς. Δεν ηδύναντο να κοιμηθώσιν ενωρίς, και είχον την περιέργειαν να εξέρχωνται δια ν' ακούσωσιν την πατινάδαν. Ήκουες μειλιχίους ψιθυρισμούς, ν' αναμιγνύωνται με την νυκτερινήν, και όλα αυτά, η μελωδία των ασμάτων, της κιθάρας οι φθόγγοι, το φύσημα της αύρας, οι ψιθυρισμοί εις το σκότος, και των ανθέων το άρωμα, απετέλουν κράμα τι ηδυπαθές, απερίγραπτον, άρρητον, το οποίον μόνον η τουρκική λέξις γκιουζέλ θα ηδύνατο κατά προσέγγισιν να εκφράση.
   Ο κόσμος και το άσμα και η απόλαυσις αυτή με απεκοίμιζον ωραία, κατ' εκείνον τον χρόνον. Έκτοτε ευτυχίαν λογίζομαι ν' ακούω μουσικήν και άσμα κατά τας ώρας του ύπνου ή της αϋπνίας. Δεν ήτο αδικαιολόγητον το παράπονον, το οποίον ήκουσα τελευταίον παρά τινος τάξεως πολιτών κατά του αστυνόμου των, ότι ήθελε να εμποδίση τα βιολιά και τα τραγούδια, κατά τας εσπέρας των Κυριακών και εορτών, και μάλιστα καθ' όν χρόνον είχον μορφωθή καλοί τραγουδισταί και οργανοπαίκται μεταξύ της νεολαίας. Δια τους δευτέρους ήτο υλική ζημία. Ήτο διωγμός καθ' ενός κλάδου της βιομηχανίας. Δεν άφηναν τους καλούς νέους ελευθέρους να διασκεδάζουν τον εαυτόν τους και τους άλλους; Δεν διασκεδάζουν δωρεάν και οι ίδιοι; Θα είπη τις ότι εκήδοντο της ησυχίας και της τάξεως. Αλλά τότε έπρεπε να απαγορεύουν τον οίνον και όχι τα βιολιά. Όπου βιολιά, δεν γίνονται συνήθως καυγάδες. Ο θόρυβος της μουσικής εμποδίζει τους ανθρώπους να λογομαχήσουν. Η ηδύτης της μελωδίας, και αφού σιγήσουν ακόμη τα όργανα, απελαύνει τα εχθρικά αισθήματα.
   Ολίγον παρακάτω είναι τ' Αναφιώτικα. Εκεί ανάφτουν καθ' εσπέραν εναέριοι λύχνοι. Εκεί είναι αναρίθμητα παλαιά παρεκκλήσια, χωμένα κατά το ήμισυ εις την γην. Υπάρχουν σπήλαια τεχνητά και φυσικά φρέατα. Σταυροί λαξευμένοι επάνω εις τους βράχους. Κανδήλαι αναμμέναι εις μικρούς σηκούς, εις παλαιούς βωμούς περιφράκτους, θυμίαμα, κηρίον, λατρεία. Αντηχεί υψηλά εκείθεν ακόμη το, Αγνώστω Θεώ.
   Εκεί επιφαίνονται ενίοτε δύο λαμπραί οπτασίαι. Η μία φορεί πενιχρόν χιτώνα και αναβεβλημένον επί των ώμων το ιμάτιον. Κρατεί βακτηρίαν. Γαλιλαίος, επίρρινος, αναφαλαντίας*, και αρπαγείς έως τρίτου ουρανού. Η άλλη φορεί φελόνιον υφασμένον με ερυθρούς σταυρούς, επιτραχήλιον κεντητόν με αγγελούδια, και ωμοφόριον από μαλλίου προβάτου. Ευθύρριν, βαθυπώγων, σεβάσμιος, εξήρθη ποτέ μέχρι της άνω ιεραρχίας και περιέγραψε τας τάξεις των Αγγέλων. Αμφότεραι αι οπτασίαι είναι υψηλαί, επιβάλλουσαι, μεγαλοπρεπείς. Η πρώτη ονομάζεται Παύλος, η δευτέρα Διονύσιος.
   Εκείθεν και εφεξής, υψηλά επάνω, επιφαίνεται μία αίγλη. Σέλας συλληφθέν, ακτίς ηλίου στερεοποιημένη.  "Μάρμαρον θείον, οπού πρέπει να το φιλήση τις ", καθώς είπεν ο Αμπού ο σατιριστής της συγχρόνου Ελλάδος. Ας οπισθοχωρήσωμεν, ή μάλλον ας σταματήσωμεν εδώ. Σαρκικοί, υλόφρονες και νωθροί άνθρωποι, δεν δύνανται ν' ανέλθωσιν εις τον ιερόν βράχον της Ακροπόλεως. 

(1896)     

αναφαλαντίας: φαλακρός κατά το μέτωπο
.............................................................................
Το παραπάνω άρθρο του Α. Παπαδιαμάντη το αντέγραψα από τα "Άπαντά" του, από την έκδοση του 1954 που επιμελήθηκε ο Γ. Βαλέτας. (Ε' τόμος, Μελετήματα και άρθρα).
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...